Σάββατο 11 Απριλίου 2020

ΜΑΣΚΕΣ ΚΙ ΑΠΟΛΥΜΑΝΤΙΚΑ

ΕΜΜΕΤΡΟ ΣΑΤΙΡΙΚΟ ΜΟΝΟΠΡΑΚΤΟ 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ
Το «Μάσκες κι Απολυμαντικά» είναι κωμωδία. Ένα έμμετρο θεατρικό μονόπρακτο που γράφηκε κατά την περίοδο της καραντίνας εξ αιτίας του κορονοιού. Ο συγγραφέας ασκεί κριτική στην κοινωνική και ηθική παρακμή της σύγχρονης Ελλάδας μέσα από τις ανησυχίες ενός ζευγαριού, που αιφνιδιασμένο από τις κοσμογονικές αλλαγές που έφερε μαζί της η πανδημία, αναζητά διεξόδους προκειμένου να επιστρέψει στην …κανονικότητα.
Στην πρώτη σκηνή που εξελίσσεται στο διαμέρισμα του ζευγαριού, η Πόπη, η σύζυγος, αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στις «συντηρητικές» παραινέσεις της μητέρας της για να σώσει το γάμο της και την «προοδευτική» προς τα έξω εικόνα της. Έτσι λοιπόν αποφασίζει, πριν περάσουν τα χρόνια και χάσει ένα μέρος από τα …κάλλη της, να δώσει τέλος στη σχέση της με τον Κλέωνα, τον εραστή, με ένα απλό τηλεφώνημα. Ελπίζοντας ότι με αυτόν τον τρόπο θα ανοίξει ο δρόμος για κάτι …καλύτερο. Πριν προλάβει ωστόσο να ανακοινώσει στον Κλέωνα την απόφασή της να χωρίσουν, μπαίνει στη σκηνή ο Μιχάλης, ο σύζυγος. Ο Μιχάλης, της ανακοινώνει πως τον έδιωξαν από τη δουλειά λόγω του κορονοιού, και πως μέχρι να τελειώσει η καραντίνα θα αναγκαστούν να μείνουν στο σπίτι κλειδαμπαρωμένοι. Το βρίσκει μάλιστα αυτό σαν ευκαιρία, και της προτείνει να σκαρώσουν ένα παιδί. Η Πόπη, αρνείται κατηγορηματικά.
Η δεύτερη σκηνή διαδραματίζεται στο διαμέρισμα της Ευδοξίας ή Δόξας, της… επιστήθιας φίλης της Πόπης,. Η Δόξα κάθεται σε μία πολυθρόνα και διαβάζει τον τελεμεντέ για να σκοτώσει την ώρα της, όταν, χτυπάει η πόρτα και εμφανίζεται ο Μιχάλης προβληματισμένος από την άρνηση της Πόπης να κάνουν παιδί και υποψιασμένος, πως η Πόπη έχει εραστή!  Η Δόξα όμως δεν χάνει την ευκαιρία και αντί για πληροφορίες και συμβουλές, προσφέρει στον Μιχάλη τον έρωτά της.

Στην τρίτη σκηνή και ενώ βρισκόμαστε στην έκτη εβδομάδα της καραντίνας, εξελίσσονται κωμικοτραγικά γεγονότα στο σπίτι του ζευγαριού, όταν εμφανίζονται ο Κλέων και η Ευδοξία ή Δόξα, μόλις αρραβωνιασμένοι. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, τα δύο ζευγάρια έρχονται αντιμέτωπα με τις άνομες πράξεις τους και τις επιπόλαιες επιλογές τους, καθότι, είναι μεταξύ τους…  ανεπανόρθωτα εκτεθειμένοι. Αναζητείται λοιπόν ο τρόπος που θα τους βγάλει από το αδιέξοδο! Η λύση θα βρεθεί με τρόπο ευρηματικό. Θα πρέπει όμως να περιμένουν οι πρωταγωνιστές μας ώσπου να περάσει η μπόρα. Γιατί, όσο η πανδημία δεν υποχωρεί… τηρούνται οι αποστάσεις. 
  
ΠΡΟΣΩΠΑ
Πόπη: Η σύζυγος
Μιχάλης: Ο σύζυγος
Κλέων: Ο εραστής                                                                          
Ευδοξία (Δόξα): Μια φίλη                                                      


ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ (1η βδομάδα καραντίνας)

Η Πόπη, ανήσυχη τριανταπεντάρα, παντρεμένη με τον Μιχάλη και ερωτευμένη με τον «Κλέων», είναι κλειδαμπαρωμένη στο σπίτι, λόγω της πανδημίας. Καθώς  περιμένει, ελαφρά ενδεδυμένη, με ένα αραχνοΰφαντο μπέιμπι ντολ την κομμώτρια να έρθει να τη χτενίσει, μονολογεί.

ΠΟΠΗ: Είμαι ένας κορίτσαρος εξόχως μορφωμένη!
Κοινωνική δικτύωση; Πολύ εξελιγμένη!
Στο φέις και στο ίνσταγκραμ κατέχω τα πρωτεία!
Αυτό το παραδέχτηκε κι εκείνη η …Ευδοξία,
Φίδι φαρμάκι κολοβό, φίλη εδώ και χρόνια,
μου άρπαξε το γυμναστή μέσ’ από τα σεντόνια.
Αξίζω όμως στον έρωτα το κάτι παραπάνω.
Το Νίκο, το Θεμιστοκλή και ίσως και τον Πάνο
που έχει δύο κότερα και ένα υδροπλάνο.

«Πόπη, μου είπε η μάνα μου, είσαι ξεμυαλισμένη!
Σου άξιζε καλύτερος, μα είσαι παντρεμένη.
Δε λέω, είναι ξενέρωτος και λίγος ο Μιχάλης.
Τον πήρες όμως άντρα σου και τσιμουδιά μη βγάλεις.
Πάψε λοιπόν να τριγυρνάς και στα καφέ να τρέχεις
και κοίταξε κορόνα σου τον Μιχαλιό να έχεις.
Να κάνετε κι ένα παιδί πριν τα τριάντα έξι,
γιατί αργά ή γρήγορα αυτός θα μπερμπαντέψει!
Δε βλέπεις τον πατέρα σου εγώ πώς κουμαντάρω;
Ποτέ δεν τον απάτησα, ούτε με τον κουμπάρο.
Διώξε κι αυτόν τον εραστή, τον Κλέωνα τον μούργο
Καλύτερα να έμπλεκες μ΄ έναν κοινό κακούργο!!!
Αυτός δεν έχει τίποτε κανείς να του ζηλέψει
κι ανάθεμα αν δέησε ποτέ του να δουλέψει»…

Έτσι κι εγώ αποφάσισα λίγο να κάνω κράτει.
Όχι που τόπε η μάνα μου, αλλά από γινάτι.
Έτσι λοιπόν τον Κλέωνα λέω να παρατήσω
και τον μεγάλο έρωτα αλλού ν’ αναζητήσω.
Είναι ευκαιρία μάλιστα μέσα στην πανδημία,
τέλος να δώσω οριστικό σ’ αυτήν την ιστορία,
με ένα τηλεφώνημα …και λίγη μαεστρία!

……. Σηκώνει το iphone από το μπουντουάρ

ΠΟΠΗ: Μεγάλη αγάπη ατέλειωτη μοναδική και μία!
Κλέωνα, μας εχώρισε αυτή η πανδημία.
ΚΛΕΩΝ: Τι έπαθες καρδούλα μου;
ΠΟΠΗ:                                             Είμαι απελπισμένη.
ΚΛΕΩΝ: Δεν ήρθε η κομμώτρια και είσαι συγχυσμένη;
ΠΟΠΗ: Τι να σε πω βρε Κλέωνα, τι δεν καταλαβαίνεις.
Δε θα σε δω και σήμερα, να μη με περιμένεις.
ΚΛΕΩΝ: Αγάπη μου ατέλειωτη!
ΠΟΠΗ:                                        Κλέων μην επιμένεις.
ΚΛΕΩΝ: Θέλω για λίγο να σε δω λίγο να σ’ αντικρίσω.
Δυο μήνες τώρα αποχής κοντεύω να λαλήσω!
ΠΟΠΗ: Ωχ! έρχεται ο άντρας μου καλύτερα να κλείσω!

……. Μπαίνει στη σκηνή ο Μιχάλης

ΠΟΠΗ: Άντρα μου και καμάρι μου και του σπιτιού κολόνα!
Πώς κι ήρθες τόσο γρήγορα;
ΜΙΧΑΛΗΣ:                            Απ’ τον ιό κορόνα!
Μας έδιωξαν απ΄ τη δουλειά στο σπίτι πια θα μένω.
ΠΟΠΗ: Δεν έπαιρνες τηλέφωνο για να σε περιμένω;
Κάτι θα σου μαγείρευα εδώ και τόση ώρα.
Κινέζικο ή  καγιανά (εσύ μου έλλειπες τώρα).
ΜΙΧΑΛΗΣ: Να κοίτα που σου έφερα ένα μικρό δωράκι.
Μάσκες, απολυμαντικά κι ένα σατέν στριγκάκι!
Τώρα στην απομόνωση μέσα στην καραντίνα,
έλεγα να σκαρώναμε τον μπέμπη ή την μπεμπίνα!
ΠΟΠΗ: Ετούτο αποκλείεται!
ΜΙΧΑΛΗΣ:                           Μη τύχει και γελάσεις!
ΠΟΠΗ: Κι εγώ σου λέω σοβαρά αυτό να το ξεχάσεις.
Δεν ήρθε ακόμα ο καιρός να σπάσει το κορμί μου,
το στήθος μου το ζουμερό κ’ οι τσουπωτοί γοφοί μου!
Δεν είδες πώς κατάντησε την Ευδοξία η γέννα;
Τρέχει στα γυμναστήρια μάταια (αυτή η σμέρνα).
ΜΙΧΑΛΗΣ: Θα είμαστε όμως μαζί όλο αυτό το μήνα,
γιατί μαζί μ΄εμέ κι εσύ, θα μπεις σε καραντίνα.
Όπως αυτό ορίστηκε σε διαταγές και νόμους,
στους δρόμους γίνετ’ έλεγχος από τους τροχονόμους!
ΠΟΠΗ: Κάνε παιδί με όποια θες, αλλά, όχι μαζί μου!
Τίποτα δεν απόλαυσα ακόμα απ’ τη ζωή μου!

  
ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΗ (3η βδομάδα καραντίνας)

Η Ευδοξία πηγαινοέρχεται ανήσυχα στο διαμέρισμά της. Χτυπάει η πόρτα και εμφανίζεται ο Μιχάλης!

ΜΙΧΑΛΗΣ: Δόξα, σ΄ ευχαριστώ πολύ για την επιμονή σου,
να έρθω να σ’ επισκεφτώ εδώ στη θαλπωρή σου.
Εσύ την Πόπη ξέρεις την καλύτερ’ από μένα,
σε γυναικεία θέματα που έχετε ειπωμένα.
Γι αυτό τη γνώμη σου ήθελα τη συμβουλή ν’ ακούσω,
πώς τα επιχειρήματα της Πόπης θ’ αντικρούσω.
ΕΥΔΟΞΙΑ: Βασίσου εσύ απάνω μου κι εγώ πάνω σε σένα,
γιατί σε αγαπώ πολύ
ΜΙΧΑΛΗΣ:              Την Πόπη; ή εμένα;
ΕΥΔΟΞΙΑ: Η Πόπη είναι φίλη μου, μα σ’ αγαπώ λιγάκι!
Πάντα σε ονειρευόμουνα μικρό μου ζουζουνάκι…
ΜΙΧΑΛΗΣ: Κι εγώ σε αγαπώ πολύ και έφερα δωράκι,
μάσκες, απολυμαντικά κι ένα σατέν στριγκάκι!
ΕΥΔΟΞΙΑ: Δεν έπρεπε βρε Μιχαλιό, μα όμως δίχως άλλο,
μόλις θα πιούμε το ποτό θα πάω να το βάλω!
Έχασα πλέον τα κιλά που είχα σα λεχώνα.
Κοίτα ομορφιές που έκανα;
ΜΙΧΑΛΗΣ:                         Είσαι σωστή γοργόνα!
Άκουσα πως ο γυμναστής που τάχατε φτιαγμένα,
δεν μένει τώρα πια εδώ έφυγε για τα ξένα.
Και το παιδί το έδωσες σε κοντινή σου θεία
κι έτσι ξανά απόκτησες πλήρη ελευθερία.
ΕΥΔΟΞΙΑ: Ελευθερία λες εσύ τη μοναξιά ετούτη;
Απ’ έξω κορονοιός και μέσα χαζοκούτι;
Είσαι ο πρώτος που έχω δει, εδώ και τρεις βδομάδες
 κι από παλιό τσελεμεντέ διάβασα τρεις αράδες!
ΜΙΧΑΛΗΣ: Για πες μου σε παρακαλώ και τις κουβέντες μέτρα.
Γνωρίζεις κάποιου Κλέωνα τα σούρτα και τα φέρτα;
ΕΥΔΟΞΙΑ: Μα έλα τώρα Μιχαλιό μη κάνεις σα παιδάκι!
Ας τα αφήσουμε αυτά κι έλα κοντά στο τζάκι,
γιατί δεν ξέρω μόνη μου να βάζω το στριγκάκι…

  
ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ (6η βδομάδα καραντίνας)

Η Πόπη και ο Μιχάλης κάθονται στο σαλόνι τους σε απόσταση δύο μέτρων ο ένας από τον άλλον, φορώντας μάσκες και γάντια. Ο Μιχάλης διαβάζει εφημερίδα και η Πόπη περιφέρεται στο ίνσταγκραμ, όταν χτυπάει η πόρτα και εμφανίζεται ο Κλέων με την Ευδοξία φορώντας επίσης γάντια και χειρουργικές μάσκες και κουκούλες! Ο Κλέων αφήνει ένα κουτί με χρυσό περιτύλιγμα στο έπιπλο της εισόδου και ανταλλάσουν εξ αποστάσεως φιλιά!

ΠΟΠΗ: Τι έκπληξη είναι αυτή φίλη μου αγαπημένη.
Από το φέις και τα τουίτ είσ’ εξαφανισμένη!
Ποιος όμως είν’ ο κύριος έλα να μας συστήσεις!
Σε αγωνία κι αίνιγμα, άλλο μη μας αφήσεις.
ΕΥΔΟΞΙΑ: Αχ πώς και το λησμόνησα παράληψη μεγάλη
Θα ενημερώσω τώρα ευθύς εσέ και τον Μιχάλη!
Από εδώ ο Κλέωνας,
ΠΟΠΗ:                      (Ο Κλέων ο δικός μου)!
ΜΙΧΑΛΗΣ: (Της Πόπης θα ‘ναι ο γκόμενος)
ΕΥΔΟΞΙΑ:                                                       αρραβωνιαστικός μου!
Μάλιστα αποφασίσαμε να μην αργοπορούμε,
μετά τον κορονοιό ευθύς να παντρευτούμε.
ΠΟΠΗ: (Για κοίτα την ξετσίπωτη) Παρακαλώ καθίστε,
πάω να φέρω τα ποτά μέχρι να γνωριστείτε.
ΕΥΔΟΞΙΑ: Θα έρθω Πόπη μου κι εγώ μαζί σου στην κουζίνα
κι άσε τους άνδρες να μιλούν για ιούς και καραντίνα.

Πόπη και Ευδοξία, αποχωρούν.
Ο Μιχάλης και ο Κλέων, κάθονται αντικριστά.

ΜΙΧΑΛΗΣ: Λοιπόν για πες μου Κλέωνα, ποια είναι η δουλειά σου;
Πούθε κρατά η σκούφια σου; Τα ενδιαφέροντά σου;
ΚΛΕΩΝ: Το να δουλεύεις φίλε μου τη σήμερον ημέρα,
με τους ιούς να περπατούν και δώθε μα και πέρα,
είναι επικίνδυνο πολύ ρίσκο πολύ μεγάλο
και οι μισθοί ‘ναι κολοβοί, ίσα μ’ ένα ρεγάλο.
Κάνω λοιπόν ενέργειες και πίσω μα και πρόσω
μια θέση στο δημόσιο καλή να κουτουπώσω.
Όσο για ενδιαφέροντα και να το πω οφείλω,
έχω μεγάλη πέραση στο ασθενές το φύλο.
Μα τώρα αποφάσισα,
ΜΙΧΑΛΗΣ:                (Θα τον εκαρυδώσω)
ΚΛΕΩΝ: να γίνω φρόνιμο παιδί μιας και θα στεφανώσω.
ΜΙΧΑΛΗΣ: Τη Δόξα πως τη γνώρισες; Την ξέρεις πολύ χρόνο;
ΚΛΕΩΝ: Α! είναι πολύ πρόσφατο, τρεις εβδομάδες μόνο!
Μας σύστησε μια φίλη της που υποψιαζόταν
πως με τη Δόξα ο άντρας της ενταλαβεριζόταν!
 Έτσι λοιπόν μιας κι ήθελε τον γάμο της να σώσει
και πίσω τον αντρούλη της στο σπίτι να μαντρώσει.
έκανα μια επίσκεψη στης Δόξας το τσαρδάκι
και ‘κει ερωτευτήκαμε στο αναμμένο τζάκι
όταν την εβοήθησα να βάλει ένα στριγκάκι.
ΜΙΧΑΛΗΣ: (Λες να μην είχε τίποτα, ο Κλέων με την Πόπη);
ΚΛΕΩΝ: (Πολύ φοβάμαι πως αυτός θε να με κάνει τόπι).

Μπαίνουν στη σκηνή οι γυναίκες με τα ποτά και ένα δίσκο με μεζεδάκια.

ΠΟΠΗ: Παιδιά αποφασίστηκε θα είμ’ εγώ κουμπάρα.
ΕΥΔΟΞΙΑ: (¨Έτσι),
ΠΟΠΗ:                    (θα)
ΚΛΕΩΝ:                        (βλέπω)                                               
ΜΙΧΑΛΗΣ:                                (τακτικά)
ΕΥΔΟΞΙΑ, ΠΟΠΗ:                                  (κουμπάρο)
 ΚΛΕΩΝ, ΜΙΧΑΛΗΣ:                                                  (και κουμπάρα)!

ΜΙΧΑΛΗΣ: Αλήθεια τι μας φέρατε σ’ εκείνο το κουτάκι!
ΕΥΔΟΞΙΑ: Δεν είναι κάτι ακριβό, ένα απλό δωράκι!
ΚΛΕΩΝ: Μάσκες απολυμαντικά χρήσιμα για την ώρα
ΠΟΠΗ: Και δυο στριγκάκια από σατέν,
ΕΥΔΟΞΙΑ, ΠΟΠΗ, ΚΛΕΩΝ, ΜΙΧΑΛΗΣ: για όταν περάσει η μπόρα!

Γέλια

ΑΥΛΑΙΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου